Plot Summary

'' Beauty is a form of genius - is higher, indeed, than genius, as it needs no explanation.It is only shallow people who do not judge by appearances. ''

O.Wilde

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Πως μπαίνουν κάτι χειμώνες.


Καμιά φορά  γυρνώντας απ'τη σχολή, μ΄ένα μάτσο χαρτιά στο κεφάλι και δυο-τρεις άσπονδους  ζωγράφους στα χέρια, κλείνω υπαινικτικά το μάτι στο θυρωρό και  κοντοστέκομαι στα μαρμάρινα σκαλιά ενός υγρού κτιρίου.Ακουμπώ τελετουργικά τους αγκώνες στα γυμνά μου γόνατα και  καρφώνω το βλέμμα στις μετώπες του ανελκυστήρα.Ο θυρωρός χαζεύει τις λευκές,τριχωτές μου γάμπες και 'γω κάθε φορά του γυρίζω ανελέητα την πλάτη σηκώνοντας λίγο το μπλουζάκι, έτσι να αχνοφαίνεται το σημάδι στους ραχιαίους.Κι όλή αυτή, τη σχεδόν ιεροτελεστία ,τη βάφτισα περήφανα  το ''χωριάτικο τερτίπι'' γιατι μοιάζει ,θα παρατηρούσε κανείς, με τη χειμερινή προσπάθεια του ψαρέματος μιας κουταλιάς θυμαρίσιου μελιού απ τον πάτο μιας χειροποίητης,πήλινης κούπας.

Υπάρχει κι άλλο ένα τέχνασμα που βρίσκει ταιριαστή εφαρμογή  στους χειμώνες.Τούτο παραμένει ηθελημένα ανώνυμο γιατι ειναι κλεμμένο, αλλά μοιάζει με κάπνισμα, έτσι που ξεκαθαρίζει τις προθέσεις μου.Το μάρμαρο μοιράζεται το κρύο μαζί μου, οι ρώγες μου ερεθίζονται  στο άγγιγμα του άγριου σκουρόχρωμου μαλλιού που με σφιχταγκαλιάζει και για μια στιγμή μονάχα νομίζω ότι έχω πλαγιάσει στο στήθος του χθεσινοβραδινού μου έρωτα και βλέπω με μισόκλειστα μάτια γαλλικό νουάρ.Μετά, ο θάλαμος παύει να είναι κατειλημμένος και εγώ συγκρατώ τα θερμά μου δάκρυα,γιατι άκουσα τους φίλους του να συζητούν σ'εκείνη την εσώκλειστη συναυλία.''Αλήθεια,αυτή τη φορά δεν φταίω εγώ'' ήθελα να φωνάξω, κι όλο πνιγόμουν σε καυτερούς ξηρούς καρπούς και χαμογελούσα αποκλειστικά και μόνον , όταν τους είχα γυρισμένη την πλάτη και πλησίαζες τα χείλη σου στα δικά μου για ν'αναγγείλεις το επόμενο μαράζι της σαντέζας.Αλίμονο,αν μάθαινες, τι κρύβω στο πορτοφόλι μου.
Το αγόρι του ανελκυστήρα έχει  κοντές ,πυκνές ,καστανές φαβορίτες και φορά πάντα σκληρό,ασπρο γιακά και ταιριαστά μανικέτια ,γιατι συνηθίζει να πιέζει το κομβίο με τον μέσο.Έτσι καταφέρνει να ισορροπεί την επαγγελματικότητα με την προκλητικότητα.Τούτο το αγριμάκι, λένε πως επιβιώνει με όσα αισθήματα προλαβαίνει να ξαφρίσει σε διάστημα έως πέντε ορόφων. Έχει ακόμη και τη δική του ελατένια σκιά στο Μεταξουργείο κι αυτό είναι όλο. Μόνο κάλτσες αγοράζει τώρα τελευταία στην υπαίθρια  αγορά της Ερμού, πάντα μετά το σαββατιάτικο ξενύχτι γιατι του φαντάζουν ακαταμάχητα πολύχρωμες.Και το φλασκί, ένα βαρύ ασημένιο φλασκί που του'χε ντύσει μια γριά τσιγγάνα των Ιμαλαϊων μ'ελαφίσιο δέρμα κι είχε στάξει πασχαλιάτικο κερί στη μέση για να κολλήσει μια μπάσταρδη πέτρα.

Μετά από τόσες διαδρομές είχαμε στήσει ένα ακόμη παιχνίδι μεταξύ μας, εγώ και το αγόρι του ανελκυστήρα.Κάθε πρωί εκείνος θα πήγαινε σε ένα από τα πολυκαταστήματα της πόλης για να συλλέξει δείγματα αρωμάτων,διαφορετικά κάθε μέρα, κι εγώ έπρεπε κάθε φορά να μαντέψω , αν όχι τη φίρμα, τρία τουλάχιστον συστατικά που κολυμπούσαν ,όπου εκείνος πρόσταζε.Τις πρώτες μέρες προδιδόταν εύκολα εξαιτίας της λαίμαργης αμάθειάς του,έτσι στην αρχή μπορούσα να καταλάβω με εμφανή δυσαρέσκεια από απόσταση ή αρκούσε να σκύψω τη μύτη μου στην άκρη του λαιμού του και πίσω απ' τα αυτιά του.Όσο περνούσε ο καιρός ,όμως, τόσο εντρυφούσε στην πλανεύτρα  τέχνη των αισθήσεων.Έτσι, θυμάμαι να φέρνω τους καρπούς του στα χείλη μου και να σηκώνω βιαστικά την μπλούζα του μέχρι να φτάσω στις μασχάλες του.Την τελευταία φορά έπεσα στα γόνατα και τον πλησίασα από πίσω στη μέση.Εκεί είχε απλώσει με περισσή τέχνη ένα απόσταγμα κόλιανδρου,βραζιλιάνικου ροδόξυλου και βανίλιας.Έκανα να τον ξεκουμπώσω από μπροστά αλλά δίστασα. Και τότε χωρίσαμε μια και καλή.

 Σήμερα όμως ο καιρός θα ήθελε να είναι βροχερός κι εγώ να λέγομαι ''το άνθισμα μιας αμυγδαλιάς''.Σήμερα θυμάμαι τι σαλπάρισα για πρώτη φορά, ένα πανί διάτρητο με τρεις λέξεις που θα με συντροφεύει για χρόνια.Και πριν λίγους μήνες, ήρθες να το σαρώσεις σαν να μην συνέβαινε τίποτε.Με την τεχνική της παλαίωσης των αισθημάτων.Η αναταραχώδης παρακμή σηματοδοτήθηκε μ'ένα σφράγισμα του ματιού και μια γκριζάτη αλήθεια.

Κι εγώ φυσικά μπορώ και  επιπλέω ακόμα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.Βγαίνω μπροστά επίσης, όπως ήταν αναμενόμενο,συχνά ξανοίγομαι, και πάντα συνέρχομαι από τη μέθη του πνιγμού υψώνοντας άλλο ένα σφηνάκι στην υγειά της.
Αλλά συχνά,αλοίμονο,ενθυμούμαι.
Πράγματι.



Έχει κιόλα νυχτώσει, κι εγώ πάιρνω τον δρόμο της επιστροφής.
Στην πλάτη μου έχουν κουρνιάσει δυο κορίτσια.
Μου ζήτησαν να τις πετάξω μέχρι τον επόμενο σταθμό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Προφιλ

Η φωτογραφία μου
Αθήνα
If he likes me , takes me home .

Χρονοντούλαπο

Δημοφιλείς αναρτήσεις